Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

4ος αιώνας π.Χ, ένας κόσμος που αλλάζει - 3. Ως τη φιλοκράτειο ειρήνη (Μέρος Γ)

 Δημοσθένης, ο ρήτορας (384-322). 


Μέχρι σήμερα, το πρώτο όνομα που μας έρχεται στο μυαλό ακούγοντας τη λέξη «ρήτορας», είναι Δημοσθένης, ο οποίος ήταν γόνος εύπορης οικογένειας του Δήμου Παιανίας. Γεννήθηκε το 384 και ορφάνεψε από πατέρα επτά χρόνια αργότερα. Είναι γνωστή η περιπέτεια που είχε με τους ανέντιμους διαχειριστές της κληρονομιάς του, λόγω της οποίας ασχολήθηκε με τα δικονομικά. Η εμπειρία που απέκτησε στα δικαστήρια διεκδικώντας την κληρονομιά του αξιοποιήθηκε κατά τη σταδιοδρομία του ως επαγγελματία λογογράφου. Δάσκαλός του ήταν ο σπουδαίος ρήτορας Ισαίος και, όπως μας πληροφορεί ο Κικέρων, ήταν επιμελής αναγνώστης και ακροατής του Πλάτωνα. Μεγάλη επιρροή άσκησε επάνω του και το έργο του Θουκυδίδη, που ανέπτυξε μέσα του τη λαχτάρα για την αναβίωση του μεγαλείου της Αθήνας.
Λέγεται ότι εργάστηκε και ως  δάσκαλος της ρητορικής τέχνης, αλλά δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα για πόσον καιρό το έκανε. Είναι πάντως βέβαιο πως από τη στιγμή που ενεπλάκη στην πολιτική, έπαψε να εργάζεται ως συνήγορος.
Ο Δημοσθένης μειονεκτούσε πολύ σωματικά. Ήταν καχεκτικός, είχε πολύ αδύναμη φωνή και τραύλιζε, μειονεκτήματα που χρειάστηκε πολλά χρόνια και σκληρές προσπάθειες για να ξεπεράσει. Χρησιμοποιούσε βότσαλα για να κάνει ασκήσεις ορθοφωνίας, εκφωνούσε τους λόγους του στη θάλασσα για να εξοικειωθεί με τη φασαρία του ακροατηρίου και να δυναμώσει τη φωνή του, μέχρι που πήρε μαθήματα υποκριτικής από κάποιον ηθοποιό, ώστε να ξεπεράσει τη δειλία του και να γίνει πιο πειστικός. Τα αποτελέσματα ήταν αξιοθαύμαστα και ήδη από τα αρχαία χρόνια, είχε αποκτήσει εξαιρετική φήμη για τη ρητορική του δεινότητα. Όπως, όταν έλεγαν «ο ποιητής», εννοούσαν τον Όμηρο, έτσι και όταν έλεγαν «ο ρήτορας», εννοούσαν τον Δημοσθένη.

Υπεράσπιση ιδιωτών


Από τους πρώτους λόγους του, που αφορούν ιδιωτικές υποθέσεις, είναι ο «Υπέρ Φορμίωνος» το 350.  Ο Φορμίων ήταν δούλος που εξελίχθηκε σε εκμισθωτή των επιχειρήσεων του τραπεζίτη Πασίωνα. Πεθαίνοντας αυτός, ορίζει στη διαθήκη του να νυμφευθεί ο Φορμίων τη σύζυγό του, αλλά όταν αυτό έγινε δημιουργήθηκε πρόβλημα με τους γιους του τραπεζίτη, ένας εκ των οποίων ήταν ο Απολλόδωρος. Η δίκη αφορούσε τα χρήματα που οικειοποιήθηκε ο Φορμίων μετά τον θάνατο της συζύγου του και μητέρας του μηνυτή και κατέληξε σε συμβιβασμό. Αργότερα, ο Απολλόδωρος επανέρχεται ζητώντας είκοσι τάλαντα. Στον λόγο του, ο Δημοσθένης αποκαλεί τον Απολλόδωρο συκοφάντη, εφόσον ο Φορμίων σε τίποτα δεν είχε παρανομήσει, αλλά του είχε αποδώσει όλα όσα του ανήκαν.
«Όσα, λοιπόν, πρέπει πλέον να εξετάσετε σχετικά με το γεγονός ότι η αγωγή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, να τα ανακαλέσετε στη μνήμη σας από αυτά που έχουν ειπωθεί. Γιατί, Αθηναίοι, αφού έγινε, αφενός, οικονομικός έλεγχος και υπήρξε απαλλαγή για τη μίσθωση και της τράπεζας και του εργαστηρίου ασπίδων, και αφετέρου παραπομπή σε διαιτησία και πάλι υπήρξε απαλλαγή από όλα, ενώ οι νόμοι δεν επιτρέπουν εκ νέου μηνύσεις για όσα έχει κανείς μια φορά απαλλαγεί, και αυτός συκοφαντικά μας μηνύει, καταγγείλαμε με βάση τους νόμους ότι η δίωξη δεν είναι αποδεκτή.» (23-24)
Ο Δημοσθένης κέρδισε την υπόθεση, αλλά ο Απολλόδωρος δεν το έβαλε κάτω! Επανέρχεται, αυτή τη φορά εναντίον ενός μάρτυρα υπεράσπισης του Φορμίωνα, του Στεφάνου, τον οποίον κατηγορεί για ψευδορκία. Αυτή τη φορά, ο Δημοσθένης εκπροσωπεί τον Απολλόδωρο και γράφει τον «Κατά Στεφάνου ψευδομαρτυριών»:
«ο άνθρωπος αυτός (ο Στέφανος), τότε που συνέβαινε να ευπορεί ο Αριστόλοχος ο τραπεζίτης, βάδιζε κοντά του και του έκανε τεμενάδες•...Όταν όμως εκείνος καταστράφηκε και πτώχευσε, αφού μάλιστα λεηλατήθηκε από τον Στέφανο και τους ανθρώπους σαν αυτόν, κι όταν ο γιος του βρέθηκε αντιμέτωπος σε πολλές δυσκολίες, ο Στέφανος δεν του παραστάθηκε ποτέ ούτε τον βοήθησε•... Έπεσε στη συνέχεια το μάτι του στο Φορμίωνα• απ' όλους τους Αθηναίους αυτόν διάλεξε και μ' αυτόν έγινε φίλος και για χάρη του έπλευσε στο Βυζάντιο ως πρεσβευτής, όταν οι Βυζαντινοί κατάσχεσαν τα πλοία του, και μίλησε για την υπόθεση του στους Καρχηδονίους, κι έτσι ψευδομαρτύρησε φανερά εναντίον μου...Προτίμησε ωστόσο, άνδρες Αθηναίοι, να κάνει αυτά που φέρνουν τόσο μεγάλη ντροπή, σκοπεύοντας να αποφεύγει τις υποχρεώσεις του προς την πόλη και να αποκρύπτει την περιουσία του• για να κάνει κρυφές δουλειές μέσω της τράπεζας και να μην αναλαμβάνει ούτε χορηγία ούτε τριηραρχία ούτε τίποτε άλλο απ' όσα οφείλει. Και το 'χει καταφέρει αυτό. Αυτό είναι η απόδειξη: ενώ έχει τόση περιουσία, ώστε να προικίσει την κόρη του με εκατό μνες, δεν τον έχετε δει ποτέ να αναλάβει καμιά δαπάνη για χάρη της πολιτείας, ούτε την πιο μικρή.» (63-66)
Η απόφαση του Δημοσθένη να στηρίξει τον δικομανή Απολλόδωρο οφείλεται ίσως σε πολιτικούς λόγους. Ο Απολλόδωρος ανήκε στην αντιμακεδονική παράταξη και ήταν σύμμαχος, τον οποίο ο ρήτορας χρειαζόταν στον πολιτικό του αγώνα εναντίον του Φιλίππου, έναν αγώνα που θα σημαδέψει όλη του ζωή.

Η πολιτική σταδιοδρομία του Δημοσθένη


Εισερχόμενος στον πολιτικό στίβο, ο Δημοσθένης, αμέσως μετά τον συμμαχικό πόλεμο (355), γράφει τον λόγο «Κατ’ Ανδροτίωνος»,  ενός μαθητή του Ισοκράτη. Ήταν μία δίκη που αφορούσε παράνομο ψήφισμα (γραφή παρανόμων), μια κατηγορία που απασχολούσε τον περισσότερο χρόνο τους δικαστές της εποχής. Αντίθετα με τη σύγχρονη βουλευτική ασυλία, στην αρχαία Αθήνα κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να ελέγξει μια πρόταση που ερχόταν προς ψήφιση (ή και μετά την ψήφισή της) και να επιχειρηματολογήσει εναντίον της αν αυτή ακύρωνε έναν ήδη υπάρχοντα νόμο. Φαίνεται, όμως, πως τον 4ο αιώνα αυτό το δικαίωμα είχε γίνει στα χέρια πολλών, όπλο για την εξόντωση των πολιτικών τους αντιπάλων. Εκτός, αν πράγματι τόσες πολλές προτάσεις ήταν παράνομες. Το παράνομο ψήφισμα στην περίπτωση αυτή ήταν η πρόταση του Ανδροτίωνα να στεφανωθεί η βουλή, αν και δεν είχε επιτελέσει το έργο που της είχε ανατεθεί, δηλαδή τη ναυπήγηση συγκεκριμένου αριθμού πλοίων.
Αυτός, λοιπόν, ο Ανδροτίων είχε, επίσης, εισηγηθεί διάταγμα για τον σχηματισμό σώματος καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Το διάταγμα ψηφίστηκε και το σώμα συστάθηκε με επικεφαλής τον ίδιο. Ο Δημοσθένης στον λόγο του αναφέρει πως χρησιμοποιούσε πολύ σκληρές μεθόδους είσπραξης, πως τρομοκρατούσε τους πολίτες που χρωστούσαν φόρους, μέχρι και πως βασάνιζε κάποιους προκειμένου να αποκαλύψουν τα κρυμμένα περιουσιακά τους στοιχεία. Τονίζοντας το ευτελισμό που υφίσταται το πολίτευμα από τέτοιες πρακτικές, γράφει ο Δημοσθένης: «Άνδρες Αθηναίοι, τα ποσά που έφερε, πίσω στο ταμείο ο Ανδροτίων με αυτές τις μεθόδους, όσο σημαντικά και αν είναι, δεν αντισταθμίζουν την ζημιά που σας έχει προκαλέσει η εισαγωγή τέτοιων πρακτικών στο Κράτος".
Δύο χρόνια αργότερα, το 353, ο Τιμοκράτης εισηγείται ένα νόμο, σύμφωνα με τον οποίο οι οφειλέτες του Δημοσίου δεν θα φυλακίζονταν για κάποιο διάστημα, παρέχοντας εγγυήσεις. Μεταξύ άλλων, με αυτό τον νόμο θα γλίτωνε και ο Ανδροτίων, ο οποίος είχε υπεξαιρέσει δημόσιο χρήμα και είχε η κατάχρηση είχε αποκαλυφθεί. Κατήγορος σε αυτή τη γραφή παρανόμων είναι, όπως και στην προηγούμενη υπόθεση, ο Διόδωρος και θα χρησιμοποιήσει τον λόγο «Κατά Τιμοκράτους» που του γράφει και πάλι ο Δημοσθένης. Η ακαταστασία που έχει επικρατήσει στο νομικό σύστημα είμαι εμφανής: «Το Κράτος μας, κύριοι δικαστές, διοικείται με νόμους και ψηφίσματα. Αν, λοιπόν, κάποιος ακυρώσει όσα έχουν αποφασιστεί με ψηφοφορία με έναν καινούργιο νόμο, που θα καταλήξει αυτό; Και είναι ορθό να μιλάμε για νόμο και όχι για ανομία;»(152)

«Λεφτά υπάρχουν»: Οι προτάσεις του Δημοσθένη για την αντιμετώπιση του μακεδονικού κινδύνου


Το 354 η πολιτική δράση του Δημοσθένη συνεχίζεται με τον λόγο «Περί Συμμοριών». Συμμορίες ήταν οι ομάδες στις οποίες είχαν χωριστεί οι 1200 πλουσιότεροι Αθηναίοι πολίτες μαζί με μετοίκους των οποίων τον αριθμό δεν γνωρίζουμε, οι οποίοι είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν έκτακτο φόρο (εἰσφοραί) σε περιόδους που η κατάσταση της πόλης το απαιτούσε. Η πρώτη συμμορία, που περιελάμβανε τους 300 πλουσιότερους, αναλάμβανε να προκαταβάλει το συνολικό ποσό των εισφορών και στη συνέχεια να το εισπράξει από τις υπόλοιπες συμμορίες.
Σε αυτόν τον λόγο, ο Δημοσθένης προτείνει την αναμόρφωση των συμμοριών και την αύξηση των μελών τους σε 2000, προκειμένου να μαζευτεί σύντομα ικανό ποσό για τον εξοπλισμό ισχυρού στόλου. Με τον τρόπο αυτό η Αθήνα θα έχει να επιδείξει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, τις οποίες εύκολα θα εμπιστευτούν οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και θα ζητήσουν μόνες τους συμμαχία, φοβούμενες πιθανή επίθεση του βασιλιά Αρταξέρξη Γ΄, που όπως ήθελαν οι φήμες, ετοιμαζόταν για εκστρατεία. Μόνο με προσεκτική προετοιμασία και αποφεύγοντας βιαστικές αποφάσεις, θα είχαν ελπίδες να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον περσικό κίνδυνο.
Ενώ η οικονομική κατάσταση της πόλης είναι άθλια, ο Δημοσθένης εμφανίζεται αισιόδοξος: «ἐγώ φημί εἶναι πόρον»· εγώ λέω πως λεφτά υπάρχουν, θα το έλεγε σήμερα. Κι εννοούσε πως αν πραγματικά έβλεπαν οι Αθηναίοι τον βασιλιά της Περσίας να πλησιάζει την πόλη τους, τότε θα έδιναν ευχαρίστως ένα τμήμα της περιουσίας τους για να σώσουν την υπόλοιπη. Προτείνει, λοιπόν: «Επομένως πρέπει προετοιμάσετε όλα τα άλλα, αλλά τα χρήματα να τα αφήσετε να τα έχουν όσοι τα έχουν (διότι πουθενά αλλού δεν πρόκειται να είναι φυλαγμένα τα χρήματα για το συμφέρον της πόλης), και εάν κάποτε έρθει αυτή η περίσταση, να τα πάρετε τότε από αυτούς που θα τα συνεισφέρουν με τη θέλησή τους.» (28)
Όταν ο Δημοσθένης θίγει ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αποκαλύπτεται το μέγεθος της σύγχυσης που επικρατεί στις σχέσεις των ελληνικών πόλεων. Οι συμμαχίες άλλαζαν συνεχώς και ενώ η συμμαχία με τη Σπάρτη υπήρχε ακόμα, ήταν πλέον εξαιρετικά εύθραυστη. Ο Δημοσθένης επιχειρεί να πείσει τους Αθηναίους να κρατήσουν μία ισορροπία τέτοια, που δεν θα επιτρέψει να ισχυροποιηθούν ούτε οι Θηβαίοι ούτε οι Λακεδαιμόνιοι. Για τον λόγο αυτό, η Αθήνα θα πρέπει να στηρίζει τις ασθενέστερες πόλεις και να μην τις αφήνει στα χέρια των δυνατών. Αυτή η ειρήνευση μεταξύ των Ελλήνων είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση του κινδύνου που πλησιάζει.

Επιτύμβια στήλη από τα ερείπια της Ολύνθου
Στον  πρώτο «Κατά Φιλίππου» (352) παρουσιάζει ένα λεπτομερές πρόγραμμα για την εξεύρεση των χρημάτων που απαιτούνται για την ενίσχυση του στόλου. Τονίζει το επείγον της κατάστασης, βλέποντας πως ο Φίλιππος ενδυναμώνεται και επεκτείνει την επιρροή του τόσο, ώστε να κινδυνεύουν ακόμα και τα παράλια της Αττικής. Έχει μαθευτεί στην Αθήνα πως ο στρατός του Φιλίππου πολιορκεί το Ηραίον τείχος, και οι ανησυχία για τους Αθηναίους κληρούχους της Θράκης που κινδυνεύουν κάνει τις προτάσεις του Δημοσθένη να ακούγονται πιο σοβαρές και ενδιαφέρουσες. Ωστόσο, λόγω ασθενείας του Φιλίππου, η πολιορκία στο Ηραίον τείχος έληξε άδοξα και ο φόβος των Αθηναίων υποχώρησε.
Δύο χρόνια αργότερα, οι Ολύνθιοι, που έχοντας λάβει την Ποτίδαια από τον Φίλιππο είχαν συμμαχήσει μαζί του, τώρα αλλάζουν στάση και επαναστατούν εναντίον του, αντιλαμβανόμενοι πως σύντομα θα έχουν και αυτοί την τύχη των άλλων πόλεων. Ο Δημοσθένης μάταια ζητά από τους Αθηναίους να βοηθήσουν την Όλυνθο να παραμείνει αυτόνομη, στους τρεις Ολυνθιακούς που εκφωνεί από το φθινόπωρο του 349 έως την άνοιξη του 348. Ο Φίλιππος, αποκτά τη δύναμή του με δόλια μέσα και γι’αυτό δεν θα έχει διάρκεια, αρκεί να αναλάβουν δράση αμέσως: «Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, εκστρατεύοντας ο ίδιος προσωπικά και κοπιάζοντας και όντας πανταχού παρών, χωρίς να χάνει ευκαιρία ούτε λεπτό, είναι ισχυρότερος από εμάς, οι οποίοι αναβάλλουμε, βγάζουμε ψηφίσματα και συγκεντρώνουμε πληροφορίες. Καθόλου δεν απορώ με αυτό. Το αντίθετο μάλιστα θα ήταν παράξενο, αν εμείς, χωρίς να κάνουμε τίποτε απ' όσα ταιριάζουν σε όσους βρίσκονται σε πόλεμο, νικούσαμε αυτόν που κάνει τα πάντα.» (Β΄ Ολυνθ.23)
Ο Δημοσθένης θα ζητήσει επίσης να παραχωρηθούν τα ποσά από τα θεωρικά εισιτήρια για τις στρατιωτικές δαπάνες και να καταργηθούν οι νόμοι με τους οποίους απαλλάσσονταν οι ανυπότακτοι. Όταν όμως οι Αθηναίοι αποφασίζουν να στείλουν στρατεύματα, είναι πλέον αργά και η Όλυνθος πέφτει στα χέρια του Φιλίππου μαζί με άλλες 32 πόλεις.